Παρασκευή, 20 Μαΐου

Αλλαγή μοντέλου ζητά η αγορά, τα κρίσιμα στοιχήματα


 

Η συνεισφορά του ελληνικού τουρισμού στην εθνική οικονομία, η επόμενη ημέρα του με το βλέμμα στο 2030, καθώς και η αδήριτη ανάγκη για αλλαγή του τουριστικού μοντέλου βρέθηκαν στο επίκεντρο του 7ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών.

Στον διττό στόχο που έχει το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τον τουρισμό εστίασε ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων, Γιάννης Ρέτσος. Όπως επεσήμανε ο επικεφαλής του ΣΕΤΕ, επιδίωξη αποτελεί η ανάπτυξη των τουριστικών μεγεθών μέσα από μια διαδικασία βιώσιμης ανάπτυξης, με σκοπό αφενός τη χωρική διάχυση του τουριστικού προϊόντος πέρα από τις 5 περιφέρειες της χώρας που συγκεντρώνουν το 80% του τουριστικού εισοδήματος και αφετέρου την χρονική επέκταση πέρα από το τετράμηνο Ιουνίου-Σεπτεμβρίου, προκειμένου να αυξηθεί το αποτύπωμα του κλάδου στην οικονομία και στην κοινωνία.

Ο Γ. Ρέτσος αναφέρθηκε στα προβλήματα που είχαν αρχίσει να δημιουργούνται το 2019 αναφορικά με τον τουρισμό, εστιάζοντας στην εξάντληση των πόρων σε συγκεκριμένους προορισμούς και σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους και αναδεικνύοντας την ανάγκη διαχείρισης προορισμών, έτσι ώστε να είναι ευχάριστοι τόσο οι κάτοικοι των περιοχών όσο και οι τουρίστες.

Στην κατεύθυνση αυτή, ο πρόεδρος του ΣΕΤΕ μίλησε για την ανάγκη επενδύσεων σε λιμάνια και αεροδρόμια και βελτίωσης των δικτύων κοινής ωφέλειας. Τόνισε, δε, ότι πέρα από επενδύσεις, απαιτείται η δημιουργία ενός προϊόντος και ο εμπλουτισμός του.

«Εχουμε ξεπεράσει το μοντέλο «ήλιος-θάλασσα», είπε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι ο τουρίστας πλέον αναζητεί την εμπειρία. Ο Γ. Ρέτσος εστίασε στον ψηφιακό μετασχηματισμό, καθώς και στην ανάγκη απόκτησης δεξιοτήτων και κατάρτισης των ανθρώπων που απασχολούνται στον τουρισμό, όχι μόνο των εργαζομένων, αλλά και των επιχειρηματιών. «Πέρυσι το καλοκαίρι από τις 250 χιλ. θέσεις εργασίας στο οργανόγραμμα ενός ξενοδοχείου το 1/4 έλειπε. Αυτό είναι μια τεράστια πρόκληση. Οι αλλαγές που έχει φέρει η πανδημία είναι τεράστιες και στο κομμάτι της απασχόλησης», είπε.

Τόνισε, μάλιστα, ότι δεν υπάρχει υπερτουρισμός, αλλά υπερσυγκέντρωση σε ορισμένα σημεία της χώρας μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, αλλά με τον τρόπο που σχεδιάζεται η στρατηγική για την επόμενη ημέρα του τουρισμού, η Ελλάδα μπορεί να αντιμετωπίσει αυτό το ζήτημα. «Οι πολιτικές που μπορείς να εφαρμόσεις είναι πάρα πολλές. Για εμάς η φέρουσα ικανότητα είναι κάτι δυναμικό. Από κει και πέρα υπάρχει μια σειρά δράσεων, όπως είναι οι τρόποι προώθησης ή ενδεχομένως κάποια φορολογία ή τέλος για να αποφύγεις υπερσυγκεντρώσεις σε σημεία μεγάλου ενδιαφέροντος, είτε είναι λιμάνια για παράδειγμα, είτε αρχαιολογικοί χώροι. Υπάρχουν δυνατότητες ρύθμισης της κυκλοφορίας στους χώρους αυτούς και δυνατότητες περιορισμών σε ό,τι έχει να κάνει με την προσφορά καταλυμάτων στο κομμάτι της βραχυχρόνιας μίσθωσης αν θες να δημιουργήσεις προϋποθέσεις ώστε να μην εξελιχθεί το φαινόμενο και πιστεύω ότι είμαστε σε καλό δρόμο για να το αποτρέψουμε», επεσήμανε.

Ο Γ. Ρέτσος, τέλος, έδωσε έμφαση στην ανάγκη ενεργοποίησης του δημόσιου διαλόγου σε τοπικό επίπεδο έτσι ώστε αυτές οι δράσεις που αναφέρει η μελέτη για την επόμενη ημέρα του τουρισμού να αγκαλιαστούν από τοπικές κοινωνίες και να συμπράξουν με κεντρική κυβέρνηση και άλλες τις παραγωγικές τάξεις έτσι ώστε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα. «Ο δημόσιος διάλογος αποτελεί το κλειδί για να μπορέσουν τα σχέδια δράσης να μετουσιωθούν σε επιτυχημένες πολιτικές», τόνισε.

Η συνεισφορά του τουρισμού

Στη συνεισφορά του τουρισμού στην ελληνική οικονομία η οποία ανέρχεται στο 10%, χωρίς τα πολλαπλασιαστικά του οφέλη, αναφέρθηκε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας. Οπως τόνισε, είναι ρεαλιστικός ο στόχος για έσοδα ύψους 27 δισ. ευρώ έως το 2030 με βάση τη μελέτη που έχει εκπονήσει το ΙΝΣΕΤΕ. Επεσήμανε, δε, ότι ο τουρισμός αποτελεί σαφώς το συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας, ωστόσο χρειάζεται διαφοροποίηση και διασύνδεση με σύγχρονες τεχνολογίες, ψηφιακές και πράσινης ανάπτυξης, υποδομές και δεξιότητες.

«Ο τουρισμός στην Ελλάδα είναι σημαντική δραστηριότητα γιατί αφήνει σημαντική προστιθέμενη αξία και σε άλλους κλάδους. Οσον αφορά την επίδραση στους άλλους κλάδους, ο επικεφαλής της ΤτΕ είπε ότι οι 100 μονάδες που δαπανώνται στον κλάδο οδηγούν μόνο σε 13 μονάδες εισαγωγής, κάτι που σημαίνει ότι έχουμε μεγάλη εγχώρια προστιθέμενη αξία. Αν μπορούμε να υποκαταστήσουμε το εισαγόμενο κομμάτι ακόμη περισσότερο με εγχώριο προϊόν θα είναι ακόμη καλύτερα. Για κάθε 100 μονάδες παραγωγής, ο τουρισμός τραβάει 22 μονάδες από τη βιομηχανία, 75 από υπόλοιπες υπηρεσίες και 3 από τον αγροτικό τομέα. Εχει μεγάλη διακλάδωση ο τουρισμός στην Ελλάδα και τραβάει και άλλους κλάδους, κυρίως στις υπηρεσίες, αλλά και βιομηχανία», είπε, επισημαίνοντας ότι «το ότι δίνουμε έμφαση στον τουρισμό δικαιολογείται από το ότι έχει μεγάλη προστιθέμενη αξία».

Από την πλευρά του ο υπουργός Τουρισμού, Βασίλης Κικίλιας, έθεσε στο επίκεντρο της πολιτικής στόχευσης τον άνθρωπο και εστίασε στο συγκριτικό πλεονέκτημα του ελληνικού τουρισμού, το οποίο πέρα από τη μοναδικότητα του προϊόντος αφορά και τον τρόπο που φιλοξενούν οι Ελληνες. Ο Β. Κικίλιας τόνισε ότι οι προκλήσεις για τον ελληνικό τουρισμό «είναι μπροστά. Είναι αδήριτη ανάγκη να παλέψουμε για τη φετινή σεζόν», επισημαίνοντας ότι με την πανδημία και έναν πόλεμο που βρίσκεται σε εξέλιξη, η στρατηγική έγκειται στο «door to door» και «country to country».

Αναφερόμενος στο μείζον ζήτημα της απασχόλησης, είπε ότι ο τουρισμός ταιριάζει στον Ελληνα και ότι μπορούν να δημιουργηθούν πολύ σημαντικές θέσεις εργασίας σε όλο το φάσμα του κλάδου, ενώ τόνισε ότι για την επιτυχία του ελληνικού τουρισμού απαιτούνται ισχυροί συμπαίκτες και χρειάζεται ομαδική προσπάθεια. «Πιστεύω ακράδαντα στη συνεργασία, στη συνολική προσπάθεια», τόνισε.

Εμφαση στην απασχόληση

«Από τον πόρο στο προϊόν μεσολαβεί ο άνθρωπος», είπε ο αντιπρόεδρος ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, ο οποίος στάθηκε στην ανάγκη εκπαίδευσης και κατάρτισης των εργαζομένων στον τουρισμό, στη βελτίωση του επιπέδου, αλλά και στην αύξηση του αριθμού όσων εκπαιδεύονται και απασχολούνται στον κλάδο.

«Αν εκπαιδεύσουμε ανθρώπους ο πόρος θα γίνει προϊόν και θα γίνει και προϊόν έντονα εξαγώγιμο, προϊόν που θα ικανοποιήσει τον καταναλωτή του και θα το ξαναπάρει. Γιατί στο τουρισμό το πιο σημαντικό είναι η επαναληψιμότητα για να αποκτήσουμε σιγά σιγά ανθρώπους δεμένους με τον τόπο μας», είπε χαρακτηριστικά ο Σπ. Θεοδωρόπουλος και επεσήμανε ότι παλιά, όταν μπήκαμε στην Ε.Ε. λέγαμε να μην γίνουμε τα γκαρσόνια της Ευρώπης. «Αυτό που πρέπει να γίνουμε αυτή τη στιγμή είναι οι πολύ περήφανοι πάροχοι τουριστικών υπηρεσιών της Ευρώπης», τόνισε.

Τι προβλέπει το Εθνικό Σχέδιο Δράσης

Ο Ηλίας Κικίλιας, γενικός διευθυντής του Ινστιτούτου του ΣΕΤΕ (ΙΝΣΕΤΕ), παρουσιάζοντας τα συμπεράσματα του Εθνικού Σχεδίου Δράσης, τόνισε ότι ο τουρισμός δεν είναι μια βαριά βιομηχανία με την κλασική έννοια, αλλά ένας παραγωγικός τομέας εξαγωγής υπηρεσιών που η Ελλάδα έχει πρωταγωνιστικό ρόλο σε παγκόσμιο επίπεδο. Όπως επεσήμανε, η Ελλάδα είναι ο τρίτος δημοφιλέστερος τουριστικός προορισμός παγκοσμίως στο προϊόν «ήλιος-θάλασσα» και το ελληνικό τουριστικό brand είναι μεταξύ των 5 κορυφαίων ανά τον κόσμο.

«Ο τομέας διακρίνεται από πολύ υψηλότερα επίπεδα διεθνούς ανταγωνιστικότητας σε σχέση με την υπόλοιπη οικονομία. Ο τουρισμός είναι στη θέση 24, σύμφωνα με την κατάταξη του Planet Financial Discussion board, ενώ το σύνολο της ελληνικής οικονομίας στη θέση 59», είπε χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι ο κλάδος συμβάλλει καθοριστικά στην εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας.

Ο Ηλ. Κικίλιας μίλησε για τις παθογένειες που καλείται να αντιμετωπίσει ο ελληνικός τουρισμός, με αιχμή τις ανεπαρκείς δημόσιες υποδομές, την έντονη εποχικότητα, την έντονη γεωγραφική συγκέντρωση και τις ανεπαρκείς δομές management και διαχείρισης, και επεσήμανε ότι στόχο αποτελούν επίσης η αύξηση της μέση δαπάνης ανά επισκέπτη και η μέση διάρκεια παραμονής στην Ελλάδα. Όπως είπε, η καινοτομία της μελέτης έγκειται στη μετατόπιση της προσοχής από τα προϊόντα και τις αγορές στους προορισμούς.

Απώτερος στόχος είναι, εάν το 2023 επιτευχθούν τα μεγέθη του 2019, το 2030 να εισρεύσουν 27 δισ. ευρώ, μια αύξηση 52%, με αύξηση της μέσης διάρκειας παραμονής και της μέσης δαπάνης, ενισχύοντας όλες τις περιφέρειες και αμβλύνοντας την εποχικότητα. «Για να γίνει πιο ανταγωνιστικό το τουριστικό μας προϊόν πρέπει να καταστεί πιο σύνθετο, προσεχτικά επιλεγμένο και επιμελημένο», κατέληξε, αναφέροντας ότι η επόμενη ημέρα του τουρισμού ουσιαστικά αποτελεί μία τριπλή πρόκληση, οικονομική, πολιτική και τεχνική.

 





Supply connection